Επί χρόνια προσπαθούσα να καταλάβω τι είναι αυτό που κάνει το ποδόσφαιρο τόσο διαφορετικό από τα άλλα αθλήματα.

Κατέληξα στο συμπέρασμα ότι τρία πράγματα το διαφοροποιούν σε τέτοιο σημείο, ώστε να μην μπορεί να συγκριθεί με κανένα άλλο παιχνίδι. Η απλότητα του. Μπορεί να παιχτεί ακόμα και στις εσχατιές αυτού του πλανήτη. Δεν χρειάζεται καν να έχεις μπάλα, αρκεί και ένα τενεκεδάκι.

Η πιθανότητα της έκπληξης. Στο ποδόσφαιρο, ο αδύναμος θα έχει πάντα την ευκαιρία του. Στα υπόλοιπα σπορ, 99/100 φορές θα επικρατήσει η καλύτερη ομάδα.

Η απίστευτη σύνδεση των μαζών με την ομάδα τους, που αγγίζει τα όρια του μεταφυσικού.

Το γεγονός πως το ποδόσφαιρο ενδιαφέρει ανθρώπους από όλες τις κοινωνικές τάξεις, δεν το κάνει «αταξικό». Αντίθετα, σε κάθε πτυχή του, αναδύεται ο ταξικός του χαρακτήρας.

Ένα ποδοσφαιρικό γήπεδο, αποτελεί τον καλύτερο καθρέφτη της ταξικής κοινωνίας.

Οι θέσεις των επισήμων, για τους μεγαλοαστούς. Οι κεντρικές κερκίδες για τα ανώτερα μεσαία στρώματα. Οι ακροκεντρώες για τους μικροαστούς και τέλος, τα πέταλα για τους πληβείους.

Εκείνοι που παίζουν, στη συντριπτική τους πλειοψηφία ανήκουν στην εργατική τάξη. Έχουν, όμως, ιδιοκτήτες. Και εκεί βρίσκεται το κλειδί. Στις σχέσεις ιδιοκτησίας.

Αυτές καθορίζουν το παιχνίδι. Έτσι εξηγείται πως από τα πρώτα του κιόλας βήματα, το ποδόσφαιρο συγκέντρωσε το ενδιαφέρων των καπιταλιστών. Αργά, αλλά σταθερά, το παιχνίδι που λάτρευαν οι καταπιεσμένοι, μετατράπηκε σε μια ακόμα μεγάλη ευκαιρία για τους καταπιεστές.

Δεν θα κάνω ολόκληρη την ιστορική αναδρομή, δεν έχει και μεγάλο νόημα. Θα σταθώ σε κάποιους σταθμούς, που άλλαξαν τα τελευταία χρόνια το ποδόσφαιρο ριζικά.

Πρώτος, ήταν οι ανατροπές που σημειώθηκαν στο σοσιαλιστικό στρατόπεδο, στις αρχές της δεκαετίας του ´90. Καινούργιες, αχαρτογράφητες αγορές. Που συνοδεύτηκε και από τη φυγή των σπουδαίων παιχτών για τη πλούσια Δύση, που σήμαινε αυτόματα ότι εξανεμίζονταν οι όποιες πιθανότητες υπήρχαν για να δούμε ξανά ομαδάρες που κατακτούσαν ευρωπαϊκούς τίτλους, όπως ο Ερυθρός Αστέρας, η Στεάουα Βουκουρεστίου και η Δυναμό Κιέβου. Χάνεται, λοιπόν, εδώ το ένα βασικό σημείο που διαφοροποιεί το ποδόσφαιρο από τα άλλα σπορ. Το στοιχείο της έκπληξης.

Δεύτερος, το άνοιγμα των συνόρων στην Ευρώπη, χάρη στη γνωστή υπόθεση «Μπόσμαν». Η άρση των περιορισμών στις μετακινήσεις των ευρωπαίων ποδοσφαιριστών, αντικειμενικά ευνόησε τους ισχυρούς. Εκείνους που είχαν τη δυνατότητα να πληρώσουν πολλά χρήματα για να φέρουν στις ομάδες τους, τους καλύτερους όλων. Με απλά λόγια, ομάδες όπως ο Άγιαξ και η Πόρτο -πάρα την έκπληξη του 2004- δεν θα ξαναδούν κύπελλο πρωταθλητριών στον αιώνα τον άπαντα. Χάνεται, λοιπόν, εδώ το ένα βασικό σημείο που διαφοροποιεί το ποδόσφαιρο από τα άλλα σπορ. Το στοιχείο της έκπληξης.

Σήμανε, επίσης, και το τέλος για τους ποδοσφαιριστές που έπαιζαν -έστω και με πολλά λεφτά- «για τη φανέλα». Εδώ χάνεται και η σύνδεση των παιχτών με τις μάζες.

Τρίτος σταθμός, ήταν η αύξηση των αγώνων των διεθνών διασυλλογικών αγώνων. Μοιραία, ξεκίνησε και η έκρηξη των εσόδων από αυτές τις διοργανώσει και φυσικά από τα τηλεοπτικά συμβόλαια. Δεν χρειάζεται να είσαι και μεγάλος γνώστης για να καταλάβεις ότι η μερίδα του λέοντος κατέληξε και πάλι στους μεγάλους.

Τέταρτος και ίσως πιο σημαντικός, η είσοδος πανίσχυρων μονοπωλιακών ομίλων και ολιγαρχών στο ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο. Συνδυάστηκε με το άνοιγμα στις αναδυόμενες ποδοσφαιρικές αγορές της Ασίας και των ΗΠΑ. Τα αποτελέσματα γνωστά.

Πέμπτος, η ολοένα μεγαλύτερη αυξανόμενη επιρροή των μάνατζερ. Απαίτησαν και αυτοί με τη σειρά τους μεγαλύτερο κομμάτι από την πίτα των δισεκατομμυρίων που στήθηκε γύρω από τους πελάτες τους, με αποτέλεσμα να μπορούν ακόμα και να εκβιάζουν τους συλλόγους.

Και οι ποδοσφαιριστές; Στο τοπ επίπεδο, κέρδισαν ακόμα περισσότερα χρήματα. Χρήματα που δεν θα μπορούσαν καν να φανταστούν. Το άθλημα, όμως, λόγω των πολλών αγώνων έγινε πολύ απαιτητικό, με αποτέλεσμα σε αυτό να χωράνε μόνο οι μεγάλοι αθλητές. Αλήθεια, πόσοι αρτίστες υπάρχουν στο σημερινό ποδόσφαιρο;

Στα δικά μου μάτια, το 95% των ποδοσφαιριστών στο υψηλότερο επίπεδο, είναι απλά άσχετοι. Η τελευταία διαπίστωση είναι εντελώς υποκειμενική. Αντικειμενικό είναι ότι πχ, σε ολόκληρη την Πρέμιερ Λιγκ, ζήτημα είναι αν υπάρχουν συνολικά δεκαπέντε παίχτες που να μπορούν να ντριπλάρουν αντίπαλο και άλλοι τόσοι που να μπορούν να σεντράρουν σωστά. Αν σας αρέσει, γούστο σας.

Με βάση τα παραπάνω δεδομένα, μπορούμε να καταλάβουμε ότι το ποδόσφαιρο, ως προϊόν, πέρασε στην ανώτατη φάση ανάπτυξης του. Ακολουθεί, με απλά λόγια, τις νομοτέλειες του καπιταλισμού στην εποχή του μονοπωλιακού κεφαλαίου. Οι ισχυροί γίνονται ισχυρότεροι και οι φτωχοί, φτωχότεροι.

Επομένως, είναι λογικό οι ισχυροί να αναζητούν ακόμα μεγαλύτερες πήγες εσόδων, που δεν θέλουν να τις μοιραστούν με τους ανίσχυρους. Η απόφαση των 12 πλούσιων συλλόγων να δημιουργήσουν την ευρωπαϊκή Super League, μοιάζει με νομοτελειακή εξέλιξη των πραγμάτων. Ονομάζεται αναζήτηση του κέρδους με κάθε κόστος. Χωρίς καμία σκέψη για παραδόσεις, συναίσθημα και επιπτώσεις στη ζωή των άλλων.

Είναι το ποδόσφαιρο στην εποχή του μονοπωλιακού καπιταλισμού. Και είναι ένα αίσχος…

Από ανάρτηση του Αντώνη Γκιόκα στο Facebook

Θέλεις να μη χάνεις ανάρτηση στον δρόμο για το ταμείο;

Κάνε like στη σελίδα του Koubanezos.gr στο Facebook

Εντάξου στο μεγάλο chat του Telegram

Κάνε εγγραφή στο κανάλι του Koubanezos.gr στο Youtube

Follow το Koubanezos.gr στο Twitter

Ακολούθησε το Koubanezos.gr στο Instagram

Εντάξου στο group του Koubanezos.gr στο Facebook